Θύμα και Θύτης: Η Ιστορία του Μινώταυρου μέσα από τη ζωγραφική του Ανδρέα Νικολάου

επιστροφή

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην πρόσφατη δουλειά του Ανδρέα Νικολάου δεν κατέχει, όπως κανείς θα περίμενε από τον τίτλο της, το τέρας του Λαβυρίνθου. Το μερικώς σε σκοτεινό ή αιθέριο φόντο που εδώ και επτά χρόνια αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος του καλλιτέχνη, εξετάζεται και πάλι. Αυτή τη φορά μέσα από το συμβολισμό της σχέσης του ανθρώπου με το Μινώταυρο, η μυθολογική ύπαρξη του οποίου οριοθετεί το πλαίσιο της παρούσας έκθεσης.

Οι πίνακες μπορούν να υπάρξουν αυτόνομα και ο καθένας από αυτούς αφηγείται μέρος της ιστορίας που αποτελεί το θέμα της έκθεσης. Ταυτόχρονα όμως γίνεται αντιληπτό ότι η συνολική τους παρουσία στηρίζεται σε μία δομή θεατρική, η οποία εικονογραφεί το μύθο του Μινώταυρου με το σύγχρονο τρόπο που τον ερμηνεύει ο ζωγράφος. Όσον αφορά την εικονογραφία και εκτέλεση των έργων, ο Ανδρέας Νικολάου προσθέτει καινούρια στοιχεία στο γνώριμο του ύφος και επίσης ανασύρει λεπτομέρειες από τα έργα της περιόδου 1992-9, τότε που ασχολείτο με την απεικόνιση του φυσικού βραδινού τοπίου.

Στους πίνακες με θέμα "Πορτρέτο του Μινώταυρου" (Ι, II, III) το αγαλματένιο ανδρικό κορμί των παλαιότερων χρόνων, δραστηριοποιείται έχοντας προθέσεις αυτοκαταστροφικές. Υποδεικνύει και πιέζει τη σάρκα του προσπαθώντας να την αποποιηθεί, αφού γνωρίζει ότι η αναπόφευκτη υποταγή του σ' αυτή τη σαρκική του υπόσταση είναι η αιτία των παθών του, πάνω απ' όλα των ανθρωποφαγικών του ορέξεων.

Νέοι και νέες προορισμένοι για το Μινώταυρο, παρουσιάζονται σε άλλες συνθέσεις. Παρόλο που στα έργα συνυπάρχουν, είναι εντούτοις φανερό ότι ο καθένας ζει στην προσωπική του απομόνωση. Οι φιγούρες άλλοτε καθισμένες, σχεδόν άψυχες αναμένουν το προσκλητήριο για το Λαβύρινθο, κι άλλοτε σαν μεθυσμένες εκτελούν ένα χορό σε ρυθμό ελεγειακό και κίνηση στατική, το χορό που τους οδηγεί στο θάνατο και μέσω του οποίου θρηνούν όχι τον προσωπικό τους χαμό, μα το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης. "Ευαγγελισμός" τιτλοφορούνται κάποια από τα έργα αυτά, και αναρωτιέται κανείς αν ο τίτλος αναφέρεται στο διάσημο "Ευαγγελισμό" του Leonarod da Vinci, λόγω της σκουρόχρωμης βλάστησης στο υπόβαθρο ή αν είναι τίτλος προφητικός, με σημασία θρησκευτική που παραπέμπει στην ευχάριστη αγγελία της σωτηρίας, που θα ακολουθήσει τη σφαγή του Μινώταυρου από το Θησέα.

Ενώ γνωρίζουμε ότι Μινώταυρος ως θύτης ήταν αυτός που σπάραζε τους ανθρώπους, ο Ανδρέας Νικολάου μας φέρνει αντιμέτωπους με την άλλη όψη του μυθικού τέρατος, αυτή του θύματος. Δεν βλέπουμε κατακρεουργημένους ανθρώπους, αλλά κεφάλια ταύρων, πεταμένα στο ματωμένο δάπεδο κι αριθμημένα μπροστά σε ένα γυάλινο βωμό και μια αδηφάγα, μεταλλική μηχανή. Κάθε κεφάλι ταύρου θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε ένα νέο που φαγώθηκε από το Μινώταυρο, αποκαλύπτοντας έτσι το μαρτύριο του τελευταίου: πώς στην ουσία κατασπάραζε τον ίδιο του τον εαυτό λόγω της αδυναμίας του να αντισταθεί στις κανιβαλικές του εξαρτήσεις, που άθελα χρεώθηκε να κουβαλά, ως τιμωρία για την ύβρη των γονέων του. Ο ζωγράφος, αποδίδοντας λοιπόν δικαιοσύνη, δημιουργεί σ' αντιπαράθεση με τη μακάβρια όψη των σφαγμένων ζώων, την εξιλεωμένη από τα πάθη ψυχή του Μινώταυρου. Της δίνει μορφή πεταλούδων, που ανάλαφρες και πολύχρωμες φτερουγίζουν πάνω από τα σφαχτά, τονίζοντας την ομορφιά που χαρακτηρίζει την απεξάρτηση από τα ακουσίως επιβαλλόμενα δεσμά και την οποία ο Μινώταυρος γεύεται μόνο μετά που τον θανατώνει ο Θησέας.

Ο Θησέας, κρατώντας τα στεφάνια της νίκης, παρουσιάζεται ως θριαμβευτής, ποζάροντας δίπλα στο λάφυρο του, τον ακέφαλο και ταπεινωμένο Μινώταυρο. Το σώμα του Θησέα θυμίζει την ιδρωμένη φιγούρα του αρχαίου "Απαξιωμένου" μετά το τέλος του αγώνα και τη Λάμψη ενός μπρούντζινου ελληνικού αγάλματος. Μοιάζει σαν να έχει ήδη θεοποιηθεί για την απαλλαγή από το κακό που προσέφερε στους ανθρώπους του τόπου του, το βάρος της οποίας απαλλαγής συνειδητά επωμίστηκε ο ίδιος αναλαμβάνοντας το ρόλο του θύτη. Με τον τρόπο αυτό ο νικητής ήρωας εξισώνεται και πάλι με το θύμα που παίρνει την ευθύνη της αμαρτίας για το κοινό όφελος και επιβεβαιώνει την ανάγκη της εξιλεωτικής θυσίας. Στους ρυθμούς αυτούς του παραλόγου, μάλλον ανυποψίαστοι υπόλοιποι νέοι, εκτελούν νωχελικά τον κυκλικό χορό της αποχώρησης τους στο φόντο ενός σεληνιακού και αιματοβαμμένου τοπίου.

Θύτης και θύμα είναι όροι υπό αμφισβήτηση και συχνά ανταλλάξιμοι. Πώς καθορίζεται το ισοζύγιο του θύτη/θύματος και του τιμήματος που ο καθένας πληρώνει; Πόσο συχνά επιχειρείται η απώθηση/κάλυψη μιας τιμωρίας, αποτέλεσμα αλαζονείας και πονηριάς; Και πόσο μεγαλύτερο είναι το πάθος για τον αγώνα κατά μιας άσχημης και μακρόζωης αλήθειας, προκειμένου να διασωθεί η προσωρινή λάμψη του ωραίου. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς αν ο Θησέας θα ενδιαφερόταν να σκοτώσει το Μινώταυρο, σε περίπτωση που στη θέση των δεκατεσσάρων ωραίων νέων, στέλνονταν στην Κρήτη «μη νέοι ή ωραίοι» αθηναίοι πολίτες; Ο Ανδρέας Νικολάου προσφέρει μέσα από τα έργα του μία συμβολική ανάγνωση ενός μύθου, του Μινώταυρου, και πραγματεύεται τα αιώνια ερωτήματα που σχετίζονται με τη δικαιοσύνη αλλά και τη δύναμη της ωραιότητας όσο εφήμερη κι αν είναι αυτή.

Μαρία Κ. Παφίτη
Ιστορικός Τέχνης
Courtauld Institute of Art
Λονδίνο